Στο Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, η δημόσια τάξη λειτουργεί ως «φρένο» στην εφαρμογή ενός αλλοδαπού νόμου ή απόφασης, εμποδίζοντας την αναγνώρισή του εάν αντιβαίνει στις θεμελιώδεις αρχές και αξίες του εσωτερικού δικαίου, όπως η ασφάλεια, η ηθική και οι βασικές κοινωνικές δομές.
Η δημόσια τάξη (ordre public ή public policy) είναι ένας θεσμός που υπάρχει σχεδόν σε όλα τα νομικά συστήματα και ειδικά στο Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιοειτουργεί ως ένας «μηχανισμός προστασίας» της εθνικής έννομης τάξης. Στην πράξη, σημαίνει ότι τα δικαστήρια μπορούν να αρνηθούν την εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου, εάν αυτό συγκρούεται με τις θεμελιώδεις αξίες και αρχές της δικής τους έννομης τάξης.
Η δημόσια τάξη ως «βαλβίδα ασφαλείας»
Το Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο ρυθμίζει ποιο δίκαιο θα εφαρμοστεί σε υποθέσεις με διεθνές στοιχείο (π.χ. γάμος Ελλήνων στην Αίγυπτο, σύμβαση Έλληνα με Αμερικανό). Ο γενικός κανόνας είναι ότι τα δικαστήρια εφαρμόζουν το αλλοδαπό δίκαιο που ορίζεται από τους κανόνες σύγκρουσης. Όμως, υπάρχει ένα όριο: εάν το αλλοδαπό δίκαιο φέρνει αποτέλεσμα που προσβάλλει σοβαρά τις θεμελιώδεις αρχές της εθνικής έννομης τάξης, τότε το δικαστήριο μπορεί να πει «όχι, δεν το εφαρμόζω». Αυτό είναι η δημόσια τάξη. Για παράδειγμα, ένας Έλληνας ζητά αναγνώριση γάμου που τελέστηκε σε χώρα όπου επιτρέπεται η ;πολυγαμία. Το ελληνικό δικαστήριο θα αρνηθεί, διότι η πολυγαμία είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη της Ελλάδας.
Εξαιρετικός χαρακτήρας
Η δημόσια τάξη δεν εφαρμόζεται εύκολα, αλλά αποτελεί ένα μέτρο που τα δικαστήρια χρησιμοποιούν μόνο σε ακραίες περιπτώσεις. Δεν λειτουργεί ως εργαλείο για κάθε διαφορά που μπορεί να προκύψει με το αλλοδαπό δίκαιο, αλλά ενεργοποιείται αποκλειστικά όταν υπάρχει μια «κραυγαλέα» αντίθεση με τις θεμελιώδεις αξίες της εθνικής έννομης τάξης. Για παράδειγμα, αν ένα αλλοδαπό δίκαιο προβλέπει απλώς μικρές διαφοροποιήσεις στη διαδικασία κληρονομιάς, το δικαστήριο δεν θα το αποκλείσει. Αν όμως το ίδιο δίκαιο επιτρέπει διακρίσεις λόγω φύλου, όπως το να κληρονομούν μόνο οι άντρες, τότε η δημόσια τάξη θα παρέμβει ώστε να προστατεύσει τις θεμελιώδεις αρχές ισότητας.
Σχετικότητα και ευελιξία
Η δημόσια τάξη δεν είναι ίδια σε όλα τα κράτη ούτε παραμένει αμετάβλητη με το πέρασμα του χρόνου. Είναι σχετική ως προς τον τόπο, αφού ένα ζήτημα που θεωρείται αντίθετο στη δημόσια τάξη στην Ελλάδα μπορεί να είναι απολύτως θεμιτό σε χώρες όπως η Γαλλία ή η Ινδία. Είναι όμως σχετική ως προς τον χρόνο, καθώς αυτό που στο παρελθόν θεωρούνταν ασύμβατο με τις θεμελιώδεις αρχές της κοινωνίας μπορεί σήμερα να είναι πλήρως αποδεκτό· χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το διαζύγιο, το οποίο παλαιότερα στην Ελλάδα αντιμετωπιζόταν ως αντίθετο στη δημόσια τάξη, ενώ σήμερα αποτελεί καθιερωμένο θεσμό. Συνεπώς, η δημόσια τάξη εξελίσσεται και προσαρμόζεται παράλληλα με την κοινωνία, τα ήθη, καθώς και τις θρησκευτικές και πολιτικές αντιλήψεις κάθε εποχής.
Αοριστία και νομολογιακή διαμόρφωση
Η δημόσια τάξη αποτελεί μια αόριστη νομική έννοια, καθώς δεν υπάρχει ένας κλειστός κατάλογος που να καθορίζει ποια είναι τα στοιχεία της. Το περιεχόμενό της διαμορφώνεται κυρίως μέσα από τις αποφάσεις των δικαστηρίων, τα οποία σε κάθε περίπτωση εξετάζουν αν το συγκεκριμένο αλλοδαπό δίκαιο συγκρούεται με τις θεμελιώδεις αρχές του forum, δηλαδή της χώρας που δικάζει. Με τον τρόπο αυτό, η δημόσια τάξη λειτουργεί με ευελιξία, προσαρμοζόμενη στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες κάθε περιστατικού.
Διττός χαρακτήρας (αρνητική & θετική λειτουργία)
Η δημόσια τάξη δεν λειτουργεί μόνο ως «φίλτρο» που αποκλείει την εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου, αλλά παρουσιάζει δύο διακριτές λειτουργίες. Από τη μία πλευρά, έχει αρνητική λειτουργία, καθώς αποκλείει την εφαρμογή αλλοδαπών κανόνων που συγκρούονται με τις θεμελιώδεις αρχές του forum, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της πολυγαμίας ή των διακρίσεων λόγω φύλου. Από την άλλη, διαθέτει και θετική λειτουργία, αφού επιβάλλει την εφαρμογή αναγκαστικών κανόνων του εσωτερικού δικαίου ακόμη και όταν, σύμφωνα με τους κανόνες σύγκρουσης, θα έπρεπε να εφαρμοστεί αλλοδαπό δίκαιο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι ρυθμίσεις που προστατεύουν τους εργαζόμενους, τους καταναλωτές ή τα ανήλικα τέκνα.
Αντικειμενικός έλεγχος και διακριτική ευχέρεια
Η κρίση για το αν υπάρχει παραβίαση δημόσιας τάξης γίνεται αντικειμενικά, δηλαδή με βάση τις γενικές αξίες της κοινωνίας και όχι τις προσωπικές αντιλήψεις του δικαστή. Ωστόσο, επειδή η δημόσια τάξη αποτελεί αόριστη νομική έννοια, ο δικαστής διαθέτει σημαντική διακριτική ευχέρεια κατά την εφαρμογή της. Για τον λόγο αυτό, οι σχετικές αποφάσεις συχνά υπόκεινται σε έλεγχο από ανώτερα δικαστήρια σε αναιρετικό επίπεδο, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή και συνεπής εφαρμογή της έννοιας.
Εσωτερική και διεθνής δημόσια τάξη
Γίνεται διάκριση ανάμεσα στην εσωτερική δημόσια τάξη (ordre public interne), η οποία αφορά ζητήματα καθαρά εσωτερικού δικαίου, όπως η προστασία του πολιτεύματος και τα θεμελιώδη δικαιώματα, και στη διεθνή δημόσια τάξη (ordre public international), που εφαρμόζεται στο Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο όταν το ζήτημα σχετίζεται με την εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου. Παράλληλα, αναγνωρίζεται και η έννοια μιας «διεθνούς δημόσιας τάξης» με παγκόσμιες αξίες, όπως η απαγόρευση των βασανιστηρίων και η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία γίνεται αποδεκτή από μεγάλο αριθμό κρατών.
Διάκριση από το jus cogens
Το jus cogens αφορά το Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο και περιλαμβάνει κανόνες παγκόσμιας ισχύος, από τους οποίους δεν μπορεί να παρεκκλίνει κανένα κράτος, όπως για παράδειγμα η απαγόρευση της δουλείας ή της γενοκτονίας. Αντίθετα, η δημόσια τάξη στο Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο είναι εθνική και σχετική, καθώς κάθε κράτος ορίζει τις θεμελιώδεις του αρχές και κρίνει πότε θα αποκλείσει την εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου.
Έτσι, η δημόσια τάξη αποτελεί έναν δυναμικό θεσμό που συνδυάζει ευελιξία και αυστηρότητα: ευελιξία επειδή προσαρμόζεται στις κοινωνικές και νομικές συνθήκες κάθε εποχής και κάθε χώρας, αλλά και αυστηρότητα επειδή εφαρμόζεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου κινδυνεύουν οι θεμελιώδεις αξίες της έννομης τάξης. Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται ότι το Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο δεν θα οδηγήσει σε αποφάσεις ασύμβατες με τον πυρήνα των αξιών μιας κοινωνίας.
1. Η δημόσια τάξη στο ΙΔΔ λειτουργεί κυρίως ως:
α) Μηχανισμός προστασίας της εθνικής έννομης τάξης από αλλοδαπό δίκαιο
β) Κανόνας που καθορίζει τη διεθνή δικαιοδοσία
γ) Απόλυτη υπεροχή του εθιμικού διεθνούς δικαίου
δ) Μηχανισμός φορολογικού ελέγχου
2. Η εφαρμογή της δημόσιας τάξης χαρακτηρίζεται ως:
α) Τακτική και συχνή
β) Εξαιρετική, μόνο σε κραυγαλέες περιπτώσεις
γ) Υποχρεωτική σε όλες τις ιδιωτικές διαφορές
δ) Εξαρτώμενη αποκλειστικά από τη βούληση των διαδίκων
3. Όταν λέμε ότι η δημόσια τάξη είναι «σχετική», εννοούμε:
α) Ότι εξαρτάται από τη νομολογία του ΔΕΕ
β) Ότι είναι ίδια σε όλα τα κράτη
γ) Ότι διαφέρει ανάλογα με τόπο και χρόνο
δ) Ότι αφορά μόνο ποινικές υποθέσεις
4. Ποια από τις ακόλουθες περιπτώσεις θα οδηγούσε σε επίκληση δημόσιας τάξης στην Ελλάδα;
α) Αλλοδαπό δίκαιο που καθορίζει διαφορετική φορολογία
β) Αλλοδαπό δίκαιο που επιτρέπει πολυγαμία
γ) Αλλοδαπό δίκαιο που ρυθμίζει διαφορετικά την παραγραφή
δ) Αλλοδαπό δίκαιο για το ύψος επιτοκίων
5. Ποιο από τα παρακάτω ΔΕΝ ισχύει για τη δημόσια τάξη;
α) Είναι αόριστη έννοια
β) Διαμορφώνεται από τη νομολογία
γ) Είναι σταθερή και αμετάβλητη
δ) Μπορεί να εξελίσσεται με τον χρόνο
6. Η αρνητική λειτουργία της δημόσιας τάξης είναι:
α) Ο αποκλεισμός εφαρμογής αλλοδαπού δικαίου που αντιτίθεται σε θεμελιώδεις αρχές
β) Η προστασία καταναλωτών και εργαζομένων
γ) Η ενσωμάτωση αλλοδαπών συνθηκών
δ) Η επίλυση συγκρούσεων νόμων
7. Η θετική λειτουργία της δημόσιας τάξης σημαίνει ότι:
α) Το δικαστήριο παρακάμπτει την εσωτερική έννομη τάξη
β) Εφαρμόζονται εθνικοί αναγκαστικοί κανόνες ακόμη και αν προβλέπεται αλλοδαπό δίκαιο
γ) Υπερισχύει πάντοτε το αλλοδαπό δίκαιο
δ) Η κρίση εξαρτάται αποκλειστικά από το Σύνταγμα
8. Ο έλεγχος δημόσιας τάξης από τα δικαστήρια γίνεται:
α) Με αυστηρά αντικειμενικό κριτήριο
β) Με βάση τις προσωπικές πεποιθήσεις του δικαστή
γ) Με κριτήριο την πολιτική σκοπιμότητα
δ) Μόνο μετά από αίτημα των μερών
9. Τι είναι η εσωτερική δημόσια τάξη (ordre public interne);
α) Οι θεμελιώδεις αρχές που ισχύουν σε καθαρά εσωτερικές υποθέσεις
β) Οι κανόνες της ΕΕ για την ενιαία αγορά
γ) Οι διεθνείς υποχρεώσεις του κράτους
δ) Η εφαρμογή κανόνων jus cogens
10. Η διεθνής δημόσια τάξη (ordre public international) αναφέρεται:
α) Στην εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου που έρχεται σε σύγκρουση με θεμελιώδεις αρχές του forum
β) Στις διεθνείς φορολογικές συμβάσεις
γ) Στους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου
δ) Σε πολιτικά ζητήματα διεθνών σχέσεων
11. Ποιο παράδειγμα αποτελεί προφανή παραβίαση δημόσιας τάξης;
α) Διαφορά για εμπορική προθεσμία πληρωμής
β) Εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου που επιτρέπει δουλεία
γ) Αμφισβήτηση υπολογισμού τόκων
δ) Φορολογική μεταχείριση προϊόντων
12. Σε σχέση με το jus cogens, η δημόσια τάξη στο ΙΔΔ είναι:
α) Ισχυρότερη από το jus cogens
β) Εθνική και σχετική, σε αντίθεση με το καθολικό και απόλυτο jus cogens
γ) Απολύτως ταυτόσημη
δ) Επικρατέστερη σε διεθνείς συνθήκες
13. Η δημόσια τάξη μπορεί να προβληθεί από το δικαστήριο:
α) Μόνο εάν το ζητήσουν τα μέρη
β) Μόνο κατόπιν απόφασης Υπουργείου
γ) Αυτεπάγγελτα, χωρίς σχετικό αίτημα
δ) Μόνο στο Εφετείο
14. Χαρακτηριστικό της δημόσιας τάξης είναι ότι:
α) Αποτελεί κλειστό κατάλογο αρχών
β) Είναι απόλυτα αμετάβλητη
γ) Είναι αόριστη νομική έννοια που εξειδικεύεται νομολογιακά
δ) Εφαρμόζεται αποκλειστικά σε ποινικές υποθέσεις
15. Ποιο από τα παρακάτω δείχνει την εξέλιξη της δημόσιας τάξης στον χρόνο;
α) Η επιβολή τελών κυκλοφορίας
β) Η μεταβολή του καθεστώτος διαζυγίου που κάποτε θεωρούνταν αντίθετο στη δημόσια τάξη αλλά σήμερα επιτρέπεται
γ) Η θέσπιση μέτρων για τον ΦΠΑ
δ) Η καθιέρωση θερινής ώρας
Απαντήσεις:
1Α, 2Γ, 3Γ, 4Β, 5Γ, 6Α, 7Β, 8Α, 9Α, 10Α, 11Β, 12Β, 13Γ, 14Γ, 15Β
Στο Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, η αναζήτηση του εφαρμοστέου δικαίου σε μια υπόθεση με διεθνές στοιχείο πραγματοποιείται μέσω των λεγόμενων συνδετικών στοιχείων. Πρόκειται για κριτήρια που «δένουν» το πρόσωπο ή τη συγκεκριμένη έννομη σχέση με μια έννομη τάξη, ώστε να επιλεγεί το καταλληλότερο δίκαιο και, συνακόλουθα, να θεμελιωθεί η διεθνής δικαιοδοσία. Ανάμεσα στα συνδετικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται συστηματικά, η κατοικία και η διαμονή κατέχουν εξέχουσα θέση, επειδή αποτυπώνουν με διαφορετικό τρόπο τον δεσμό του ατόμου με έναν τόπο: η πρώτη ως πιο σταθερή και «βαθιά» σύνδεση, η δεύτερη ως πραγματολογική και συχνά πιο ευέλικτη.
Η έννοια της κατοικίας
Η κατοικία αποτελεί το παραδοσιακότερο και σταθερότερο συνδετικό στοιχείο. Ορίζεται ως ο τόπος όπου το πρόσωπο έχει εγκατασταθεί με πρόθεση μόνιμης παραμονής, αναπτύσσοντας εκεί το κέντρο των βιοτικών και κοινωνικών του σχέσεων. Η φυσική παρουσία από μόνη της δεν επαρκεί· απαιτείται επιπλέον η πρόθεση μονιμότητας, το γνωστό animus manendi, που καθιστά την κατοικία το «κέντρο βάρους» της ζωής του ατόμου. Για τον λόγο αυτό, η κατοικία χρησιμοποιείται ιδίως σε ζητήματα προσωπικού καθεστώτος: στην ικανότητα δικαιοπραξίας, στις οικογενειακές σχέσεις όπως ο γάμος, το διαζύγιο και η γονική μέριμνα, αλλά και στην κληρονομική διαδοχή. Σε όλα αυτά τα πεδία, ο νομοθέτης και τα δικαστήρια προτιμούν ένα κριτήριο που εκφράζει μόνιμο δεσμό και αποτυπώνει τη διαρκή κοινωνική ενσωμάτωση του προσώπου.
Η έννοια της διαμονής
Η διαμονή, αντιθέτως, έχει πιο ευέλικτο και λιγότερο σταθερό χαρακτήρα. Αναφέρεται στον τόπο όπου ένα πρόσωπο βρίσκεται εγκατεστημένο στην πράξη, ανεξάρτητα από το αν επιθυμεί να παραμείνει εκεί μόνιμα. Μπορεί να είναι βραχυχρόνια ή μακροχρόνια, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της πρόθεσης μονιμότητας που χαρακτηρίζει την κατοικία. Δεν είναι ασυνήθιστο, για παράδειγμα, κάποιος να διαμένει σε μια χώρα λόγω εργασίας ή σπουδών, χωρίς να επιδιώκει να καταστήσει τη χώρα αυτή μόνιμη κατοικία του. Αυτή ακριβώς η πραγματολογική εστίαση καθιστά τη διαμονή ιδιαίτερα χρήσιμη όταν δεν μπορεί να εντοπιστεί με ασφάλεια η κατοικία ή όταν απαιτείται μεγαλύτερη ευελιξία, όπως στις περιπτώσεις ανηλίκων, προσφύγων, μεταναστών ή προσώπων που μετακινούνται συχνά μεταξύ χωρών.
Η συνήθης διαμονή
Στη σύγχρονη ρύθμιση—και ιδίως στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει αποκτήσει η έννοια της συνήθους διαμονής (habitual residence). Πρόκειται για έννοια πραγματολογική, η οποία συνδυάζει στοιχεία σταθερότητας με τη διαπιστούμενη στην πράξη εγκατάσταση. Δεν απαιτεί νομική διατύπωση ή επίσημη δήλωση· αυτό που εξετάζεται είναι πού έχει το άτομο την πραγματική βάση της ζωής του, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια και την κανονικότητα της παραμονής, το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, την επαγγελματική ένταξη και την καθημερινή ρουτίνα. Στόχος είναι να συνδεθεί η υπόθεση με το δίκαιο του τόπου που αντανακλά καλύτερα την πραγματική κοινωνική και οικογενειακή ζωή του προσώπου. Γι’ αυτό και στους Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως στον χώρο του οικογενειακού δικαίου ή των εξωσυμβατικών ενοχών, η συνήθης διαμονή λειτουργεί ως κριτήριο που εξασφαλίζει εγγύτητα και λειτουργικότητα.
Κατοικία VS Διαμονή
Η διάκριση ανάμεσα στην κατοικία και τη διαμονή έχει απτές πρακτικές συνέπειες. Η κατοικία εκφράζει έναν βαθύτερο και σταθερότερο δεσμό, συνδεδεμένο με την πρόθεση μονιμότητας, και γι’ αυτό ταιριάζει σε πεδία όπου η νομική τάξη επιδιώκει σταθερότητα και προβλεψιμότητα. Η διαμονή, αντίθετα, αποτυπώνει μια πραγματική αλλά ενδεχομένως προσωρινή εγκατάσταση, προσφέροντας ένα ευέλικτο κριτήριο που μπορεί να προσαρμοστεί σε δυναμικές βιοτικές καταστάσεις. Σε πολλές περιπτώσεις, το δίκαιο προτιμά τη διαμονή ή, συχνότερα, τη συνήθη διαμονή, επειδή μπορεί να διαπιστωθεί αντικειμενικά με βάση τα πραγματικά περιστατικά, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη εσωτερικής πρόθεσης παραμονής, η οποία συχνά είναι δυσχερής.
Σημασία στο Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο
Η επιλογή μεταξύ κατοικίας και διαμονής δεν είναι ακαδημαϊκή λεπτομέρεια, αλλά κρίσιμη απόφαση που επηρεάζει άμεσα την έκβαση της υπόθεσης. Καθορίζει ποια έννομη τάξη θα εφαρμοστεί σε οικογενειακές, κληρονομικές, συμβατικές ή άλλες ιδιωτικές σχέσεις, αλλά και ποιο δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθεί. Ένα κριτήριο σύνδεσης που ευθυγραμμίζεται με την πραγματική ζωή του προσώπου ενισχύει την ασφάλεια δικαίου, περιορίζει τον κίνδυνο καταχρηστικών μετακινήσεων για την εύρεση ευνοϊκότερου δικαίου και, τελικά, οδηγεί σε λύσεις δικαιότερες και λειτουργικότερες. Υπό αυτό το πρίσμα, η κατοικία και η διαμονή δεν είναι ανταγωνιστικά εργαλεία, αλλά συμπληρωματικά: η πρώτη εγγυάται τη σταθερότητα του δεσμού, η δεύτερη τη ρεαλιστική αποτύπωση της τρέχουσας κατάστασης. Η συνήθης διαμονή λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσά τους, εξισορροπώντας τη μόνιμη σύνδεση με την πραγματικότητα της καθημερινότητας, ώστε το εφαρμοστέο δίκαιο να ανταποκρίνεται στην ουσιαστική και όχι απλώς τυπική σχέση του ατόμου με ένα κράτος.
1. Η κατοικία ως συνδετικό στοιχείο στο ΙΔΔ σημαίνει:
α) Τον τόπο όπου κάποιος έχει απλώς φυσική παρουσία
β) Τον τόπο όπου βρίσκεται προσωρινά λόγω εργασίας
γ) Τον τόπο όπου έχει το κέντρο της ζωής του με πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης
δ) Τον τόπο που δηλώνεται στην εφορία
2. Η διαμονή χαρακτηρίζεται από:
α) Σταθερότητα και πρόθεση μονιμότητας
β) Προσωρινό ή πραγματικό χαρακτήρα χωρίς πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης
γ) Απόλυτη ταύτιση με την κατοικία
δ) Τυπική δήλωση στο ληξιαρχείο
3. Η έννοια της συνήθους διαμονής χρησιμοποιείται ευρέως σε:
α) Το εθιμικό δίκαιο της Κοινοπολιτείας
β) Τους Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης
γ) Μόνο στο Σύνταγμα
δ) Μόνο σε φορολογικές διαφορές
4. Σε ποια ζητήματα χρησιμοποιείται κυρίως η κατοικία ως συνδετικό στοιχείο;
α) Σε οικογενειακές σχέσεις και κληρονομικές υποθέσεις
β) Σε εμπορικές διαφορές
γ) Σε υποθέσεις φορολογικού δικαίου
δ) Σε ποινικές υποθέσεις
5. Η διαμονή προτιμάται ως συνδετικό στοιχείο όταν:
α) Το άτομο έχει δηλώσει κατοικία στην εφορία
β) Δεν μπορεί να προσδιοριστεί με σαφήνεια η κατοικία
γ) Το άτομο είναι μόνιμος κάτοικος της χώρας
δ) Πρόκειται για αποκλειστικά εμπορική διαφορά
6. Η βασική διαφορά μεταξύ κατοικίας και διαμονής είναι:
α) Η κατοικία απαιτεί πρόθεση μονιμότητας, ενώ η διαμονή όχι
β) Η κατοικία είναι πάντα προσωρινή, ενώ η διαμονή μόνιμη
γ) Η διαμονή προϋποθέτει γραπτή δήλωση
δ) Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά
7. Ποιο από τα παρακάτω δείχνει διαμονή και όχι κατοικία;
α) Ένας φοιτητής που σπουδάζει για τρία χρόνια στη Γερμανία
β) Ένας εργαζόμενος που μετακομίζει μόνιμα με την οικογένειά του
γ) Ένα άτομο που ζει στην πατρική του οικία
δ) Ένας πολίτης που έχει αγοράσει ακίνητο με σκοπό μόνιμη εγκατάσταση
8. Η κατοικία χρησιμοποιείται συχνά ως συνδετικό στοιχείο για να προσδιοριστεί:
α) Η διεθνής δικαιοδοσία σε οικογενειακές διαφορές
β) Το ύψος του ΦΠΑ
γ) Η ισχύς διεθνών συνθηκών
δ) Το εφαρμοστέο δίκαιο στα ποινικά αδικήματα
9. Η συνήθης διαμονή συνδυάζει:
α) Μόνο την πρόθεση παραμονής
β) Μόνο τη φυσική παρουσία
γ) Στοιχεία σταθερότητας και πραγματικής εγκατάστασης
δ) Στοιχεία πολιτικής υπηκοότητας
10. Ποιο από τα παρακάτω ισχύει για τη διαμονή;
α) Είναι πάντα μόνιμη
β) Είναι πιο ευέλικτο και πραγματολογικό συνδετικό στοιχείο
γ) Συμπίπτει πάντοτε με την κατοικία
δ) Προϋποθέτει ελληνική υπηκοότητα
11. Σε περιπτώσεις ανηλίκων ή προσφύγων, τα δικαστήρια συνήθως λαμβάνουν υπόψη:
α) Την κατοικία που δηλώνουν οι γονείς
β) Τη συνήθη διαμονή τους
γ) Την υπηκοότητα
δ) Τη φορολογική δήλωση
12. Η κατοικία αποτελεί:
α) Μόνιμο δεσμό με μια χώρα
β) Τυχαία εγκατάσταση
γ) Αποκλειστικά τόπο φορολόγησης
δ) Τόπο προσωρινής παραμονής χωρίς πρόθεση
13. Η διαμονή μπορεί να είναι:
α) Μόνο βραχυχρόνια
β) Βραχυχρόνια ή μακροχρόνια, χωρίς να είναι κατ’ ανάγκη μόνιμη
γ) Μόνιμη μόνο εάν υπάρχει συμβόλαιο κατοικίας
δ) Ισοδύναμη με υπηκοότητα
14. Στόχος της χρήσης κατοικίας ή διαμονής ως συνδετικών στοιχείων είναι:
α) Να επιλεγεί το εφαρμοστέο δίκαιο και η δικαιοδοσία
β) Να καθοριστεί η εθνικότητα
γ) Να αποτραπεί η μετανάστευση
δ) Να επιβληθούν κυρώσεις
15. Ποιο από τα παρακάτω αποτυπώνει σωστά την πρακτική της ΕΕ;
α) Προτιμάται η έννοια της συνήθους διαμονής αντί της κατοικίας
β) Χρησιμοποιείται αποκλειστικά η έννοια της κατοικίας
γ) Δεν λαμβάνονται υπόψη συνδετικά στοιχεία
δ) Αρκεί η υπηκοότητα για κάθε περίπτωση
Απαντήσεις:
1Γ, 2Β, 3Β, 4Α, 5Β, 6Α, 7Α, 8Α, 9Γ, 10Β, 11Β, 12Α, 13Β, 14Α, 15Α.