Η Eurovision Song Contest είναι ένας από τους πιο εμβληματικούς μουσικούς διαγωνισμούς στον κόσμο, γνωστός για τις εντυπωσιακές νίκες και τα αξέχαστα τραγούδια του, προσελκύοντας εκατομμύρια τηλεθεατές κάθε χρόνο. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και η λιγότερο φωτεινή πλευρά του θεσμού: οι συμμετοχές που έμειναν με το περιβόητο «μηδέν» ή με εξαιρετικά χαμηλές βαθμολογίες, καταγράφοντας ιστορία για τους λάθος λόγους.
Πώς μπορεί μια χώρα να λάβει «zero points»
Ένα σημαντικό στοιχείο που συχνά παρεξηγείται είναι ότι στη Eurovision κάθε χώρα δεν βαθμολογεί όλες τις συμμετοχές. Κάθε χώρα επιλέγει τα δέκα αγαπημένα της τραγούδια, απονέμοντας βαθμούς από 1 έως 8, και στη συνέχεια 10 και 12. Όλες οι υπόλοιπες συμμετοχές δεν λαμβάνουν κανένα βαθμό.
Αυτό σημαίνει ότι ένα τραγούδι μπορεί να κατατάσσεται συνεχώς στην 11η ή 12η θέση προτιμήσεων πολλών χωρών, χωρίς ποτέ να φτάσει στο top-10. Έτσι, παρά την απήχηση του, μπορεί να καταλήξει χωρίς βαθμούς στον τελικό πίνακα.
Από το 2016, το σύστημα έχει γίνει πιο απαιτητικό, με κάθε χώρα να δίνει δύο ξεχωριστά σετ βαθμών: ένα από το κοινό και ένα από τις κριτικές επιτροπές. Αυτό σημαίνει ότι μια συμμετοχή πρέπει να είναι στις δέκα πρώτες θέσεις και στις δύο ψηφοφορίες για να αποκτήσει βαθμούς.
Έτσι, το «zero points» δεν υποδηλώνει απαραίτητα ότι κανείς δεν ψήφισε για μια χώρα. Μπορεί να έχει λάβει χιλιάδες ψήφους, αλλά να μην έχει περάσει στη δεκάδα καμίας χώρας.
Στη Eurovision, η αδιαφορία είναι πιο αυστηρά τιμωρημένη από την αρνητική κριτική. Ένα τραγούδι που θεωρείται «καλό» ή «ασφαλές» διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο από ένα που προκαλεί έντονες αντιδράσεις.
Οι χώρες με το απόλυτο μηδέν
Το φαινόμενο των «null points» ήταν πιο συχνό στις πρώτες δεκαετίες του διαγωνισμού, ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’60 και του ’70, με πολλές χώρες να τερματίζουν χωρίς βαθμούς.
Ενδεικτικές περιπτώσεις περιλαμβάνουν:
- 1962: Βέλγιο, Ισπανία, Αυστρία
- 1963: Νορβηγία
- 1978: Νορβηγία
- 1981: Νορβηγία
- 1983: Τουρκία και Ισπανία
- 1997: Νορβηγία και Πορτογαλία
- 2003: Ηνωμένο Βασίλειο
Η περίπτωση των Jemini, με το τραγούδι «Cry Baby», είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες αποτυχίες στην ιστορία της Eurovision, καθώς η κακή φωνητική απόδοση και η ανεπαρκής σκηνική παρουσία οδήγησαν το Ηνωμένο Βασίλειο στο να λάβει μηδενικούς βαθμούς με το νέο σύστημα ψηφοφορίας.
Η «κατάρα» της Νορβηγίας
Η Νορβηγία έχει γίνει συνώνυμο των χαμηλών βαθμολογιών. Παρά τις τρεις νίκες της — το 1985, το 1995 και το 2009 — παραμένει η χώρα με τις περισσότερες τελευταίες θέσεις στην ιστορία του διαγωνισμού, τερματίζοντας τελευταία έντεκα φορές και αποτυγχάνοντας τέσσερις φορές να συγκεντρώσει βαθμούς.
Η αντίφαση αυτή, με τις ακραίες αποτυχίες να συνυπάρχουν με τις εντυπωσιακές νίκες, καθιστά τη Νορβηγία μια μοναδική περίπτωση στη Eurovision.
Δυσκολίες του Ηνωμένου Βασιλείου
Το Ηνωμένο Βασίλειο παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Αν και διαθέτει μία από τις πιο ισχυρές μουσικές βιομηχανίες παγκοσμίως, οι πρόσφατες συμμετοχές του έχουν αποτύχει να εντυπωσιάσουν. Το 2021, ο James Newman έλαβε μηδέν βαθμούς, ενώ το 2024, ο Olly Alexander με το «Dizzy» δεν κατάφερε να συγκεντρώσει ικανοποιητικούς βαθμούς, παρά την αναγνωρισιμότητά του.
Αναλυτές αποδίδουν αυτές τις χαμηλές επιδόσεις σε:
- Διαφορετική προσέγγιση της βρετανικής μουσικής βιομηχανίας στη Eurovision.
- Έλλειψη «γειτονικών» συμμαχιών ψήφων.
- Το televoting ευνοεί συμμετοχές με έντονα συναισθήματα.
- Οι συμμετοχές συχνά θεωρούνται «ραδιοφωνικές» αλλά όχι αρκετά εντυπωσιακές.
Αν και η βρετανική μουσική έχει μεγάλη επιρροή, αυτό δεν εξασφαλίζει επιτυχία στη Eurovision, όπου απαιτείται μια ξεχωριστή παρουσίαση για να εντυπωσιάσει το κοινό.
Χαμηλές βαθμολογίες στη σύγχρονη Eurovision
Από την εισαγωγή των ημιτελικών, οι συμμετοχές με μηδενικούς βαθμούς έχουν γίνει πιο σπάνιες στον τελικό. Ωστόσο, οι πολύ χαμηλές βαθμολογίες συνεχίζουν να παρατηρούνται, κυρίως όταν υπάρχουν ισχυρά φαβορί που συγκεντρώνουν σχεδόν όλους τους βαθμούς.
Έτσι, μπορεί να συμβεί το παράδοξο: μια συμμετοχή που έχει υποστήριξη από το κοινό αλλά τελικά αποχωρεί με το πιο σκληρό σκορ — το απόλυτο «zero points».


