Η έλλειψη νέων κατασκευών και οι υψηλές τιμές στα μεγάλα αστικά κέντρα έχουν στρέψει την κίνηση της αγοράς σε διαμερίσματα 40ετίας και 50ετίας.
Η συρρίκνωση της οικοδομικής δραστηριότητας σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτηση έχει οδηγήσει σε μετατόπιση του ενδιαφέροντος στα παλαιά διαμερίσματα, τα οποία, παρά την ηλικία τους, συγκεντρώνουν τη μεγαλύτερη αγοραστική κίνηση στις μητροπολιτικές περιοχές της χώρας.
Η έλλειψη νέων κατασκευών και οι υψηλές τιμές στα μεγάλα αστικά κέντρα έχουν στρέψει την κίνηση της αγοράς σε διαμερίσματα 40ετίας και 50ετίας, τα οποία βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο των αγοραπωλησιών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, ακίνητα που ανεγέρθηκαν κυρίως τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 διατίθενται προς πώληση σε τιμές που συχνά υπερβαίνουν τις 200.000 ευρώ, φθάνοντας ακόμη και τις 250.000 ευρώ, ποσό που αποτελεί και το ανώτατο όριο επιλεξιμότητας του προγράμματος «Σπίτι Μου».
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στην απογραφή του 2021 της ΕΛΣΤΑΤ, η οποία καταγράφει περισσότερα από 4,2 εκατομμύρια κτίρια στη χώρα, με πάνω από τα μισά να έχουν ανεγερθεί πριν από το 1980. Μόνο στη δεκαετία 1971-1980 κατασκευάστηκαν 706.406 κτίρια, αριθμός που συνιστά τη μεγαλύτερη επίδοση σε σχέση με άλλες περιόδους. Αντίθετα, οι νεότερες κατασκευές υπολείπονται σημαντικά: την πενταετία 2006-2010 καταγράφηκαν 151.586 νέα κτίρια, ενώ ο αριθμός μειώθηκε σε 72.000 την περίοδο 2011-2015 και σε 59.413 την εξαετία 2016-2021.
Συνολικά, στην Ελλάδα υπολογίζονται 3.286.768 κατοικίες, ενώ η απογραφή ανέδειξε και ελλείψεις σε βασικές υποδομές: εννέα στα δέκα κτίρια δεν διαθέτουν ανελκυστήρα και οκτώ στα δέκα δεν έχουν πρόσβαση για ΑμεΑ έως την είσοδο.
Παράλληλα, στην αγορά ακινήτων παρατηρείται μείωση στα έσοδα από τον φόρο μεταβίβασης. Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, το πρώτο τετράμηνο του 2025 τα έσοδα διαμορφώθηκαν σε 180,59 εκατ. ευρώ, μειωμένα κατά 17,5% σε σχέση με το ίδιο διάστημα του 2024. Στο σύνολο της περασμένης χρονιάς, τα έσοδα είχαν ανέλθει σε 1,2 δισ. ευρώ, με περισσότερες από 180.000 δηλώσεις μεταβίβασης χωρίς φορολογική απαλλαγή, αξίας 20,2 δισ. ευρώ, και 24.653 δηλώσεις πρώτης κατοικίας, ύψους 2,4 δισ. ευρώ.