Αν και οι περισσότερες νευροαναπτυξιακές διαταραχές στα παιδιά – όπως η δυσλεξία και ο αυτισμός – είναι γνωστές και συνεπάγονται σωστή υποστήριξη από γονείς, εκπαιδευτικούς και ειδικούς, υπάρχει μια «αόρατη» γλωσσική διαταραχή που παρερμηνεύεται ως κάτι άλλο από αυτό που είναι.
Ένα μικρό παιδί με DLD μπορεί να μην καταλαβαίνει μεγάλες προτάσεις ή να παραλείπει λέξεις
Η αναπτυξιακή γλωσσική διαταραχή (Developmental Language Disorder – DLD) εμφανίζεται σε περίπου 7% έως 10% των παιδιών σχολικής ηλικίας, αλλά παραμένει σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό. Συχνά παραβλέπεται ή εξηγείται ως ανωριμότητα, τεμπελιά ή προβλήματα συμπεριφοράς.
Πολλά παιδιά με DLD φαίνονται να επικοινωνούν φυσιολογικά σε καθημερινές συζητήσεις, ωστόσο αντιμετωπίζουν δυσκολίες όταν το γλωσσικό περιεχόμενο γίνεται πιο σύνθετο. Πρόκειται για μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που εμποδίζει την εκμάθηση και τη χρήση της γλώσσας, χωρίς να υπάρχει κάποια προφανής αιτία, όπως κώφωση ή νοητική αναπηρία.
Η DLD δεν είναι μια απλή «καθυστέρηση» που επιλύεται από μόνη της με την πάροδο του χρόνου, αναφέρει το Conversation. Είναι επίμονη και, αν δεν αντιμετωπιστεί, μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στις σχολικές επιδόσεις, τις κοινωνικές σχέσεις, την αυτοεκτίμηση και την εν γένει ψυχολογική ανάπτυξη του παιδιού.
Τα σημάδια μιας… αόρατης διαταραχής
Η DLD θεωρείται αόρατη πάθηση, καθώς δεν υπάρχουν φυσικά χαρακτηριστικά που να την προδίδουν. Πολλά παιδιά με DLD τα καταφέρνουν καλά στις καθημερινές συνομιλίες, αλλά δυσκολεύονται όταν η γλώσσα γίνεται πιο περίπλοκη, όπως όταν διαβάζουν ένα βιβλίο, ακούνε μια επιστημονική εξήγηση ή προσπαθούν να καταλάβουν ένα αστείο.
Στην καθημερινότητα, οι γονείς μπορεί να παρατηρήσουν ότι το παιδί τους δεν καταλαβαίνει μεγάλες προτάσεις («βάλε το ποτήρι στο τραπέζι και μετά φέρε μου το κουτάλι»), κάνει σύντομες προτάσεις και παραλείπει λέξεις («αγόρι παίζει αυτοκίνητο») ή έχει δυσκολία να περιγράψουν τι έκανε στην τάξη.
Κάθε παιδί με DLD έχει διαφορετικό προφίλ, αλλά υπάρχουν κάποια κοινά προειδοποιητικά σημάδια. Όταν το παιδί είναι προσχολικής ηλικίας συνήθως δυσκολεύεται να ακολουθήσει οδηγίες, κάνει πολύ σύντομες προτάσεις, ή έχει προβλήματα στην εκμάθηση τραγουδιών και στην παράθεση των γεγονότων της ημέρας.
Σε παιδιά μεγαλύτερα, που έχουν πάει στο σχολείο, παρατηρείται δυσκολία στην κατανόηση κειμένων, στη χρήση σύνθετων προτάσεων, στην εκμάθηση νέου λεξιλογίου. Επίσης κάνουν συχνά γραμματικά και ορθογραφικά λάθη ή ο γραπτός τους λόγος δεν έχει συνοχή.
Διαφοροποίηση της DLD από άλλες διαταραχές
Σε αντίθεση, με την DLD, η δυσλεξία προκαλεί δυσκολίες στην εκμάθηση της ανάγνωσης και της γραφής, ειδικά στην αποκωδικοποίηση λέξεων και στις φωνολογικές δεξιότητες. Για παράδειγμα, ένα παιδί με δυσλεξία μπορεί να μπερδεύει οπτικά παρόμοια γράμματα ή να διαβάζει τη λέξη «τραπέζι» ως «κραπέζι», παρόλο που έχει πλούσιο προφορικό λεξιλόγιο και καλά δομημένες προφορικές προτάσεις.
Αντίθετα, ένα παιδί με DLD μπορεί να διαβάσει σωστά τη λέξη «τραπέζι», αλλά να μην κατανοεί το νόημα ολόκληρης της πρότασης. Μπορεί επίσης να έχει πιο περιορισμένες προφορικές γλωσσικές δεξιότητες και να κάνει γραμματικά λάθη όταν μιλάει.
Η αναπτυξιακή γλωσσική διαταραχή δεν είναι αυτισμός. Με την DLD, οι κοινωνικές δεξιότητες και η επικοινωνιακή πρόθεση συνήθως διατηρούνται, ακόμα και αν η γλώσσα είναι περιορισμένη. Αν και στα πρώτα χρόνια και οι δύο καταστάσεις μπορεί να εκδηλωθούν ως «καθυστερημένη ομιλία» των παιδιών, μελέτες δείχνουν ότι τα παιδιά με DLD τείνουν να χρησιμοποιούν χειρονομίες, να ανταποκρίνονται καλύτερα στη γλώσσα, ενώ ο αυτισμός χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερα προβλήματα κατανόησης και κοινωνικής επαφής καθώς και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές.
Επίσης, στο παρελθόν, η DLD διαγιγνώσκονταν μόνο εάν η μη λεκτική νοημοσύνη ενός παιδιού ήταν εντός του μέσου όρου, ως τρόπος διάκρισης από τη γενική μαθησιακή δυσκολία. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ορισμένα παιδιά με DLD έχουν ελαφρώς χαμηλότερες βαθμολογίες σε αυτές τις δοκιμασίες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν συνολική δυσλειτουργία.
Μακροπρόθεσμες επιπτώσεις και αντιμετώπιση
Οι δυσκολίες συχνά συνοδεύουν τα παιδιά με DLD τόσο στην εφηβεία όσο και στην ενήλικη ζωή τους, ακόμα και αν υπάρξει παρέμβαση των ειδικών.
Διαχρονικές μελέτες δείχνουν ότι οι νέοι με αναπτυξιακή γλωσσική διαταραχή είναι πιο πιθανό να έχουν από ήπια έως επίμονα προβλήματα ανάγνωσης και γραφής, να αντιμετωπίσουν περισσότερα εμπόδια στην εργασία και να υποφέρουν από προβλήματα αυτοεκτίμησης και ψυχικής υγείας. Παρ’ όλα αυτά, με έγκαιρη διάγνωση και εξειδικευμένη υποστήριξη, πολλά παιδιά καταφέρνουν να λειτουργούν με επιτυχία στο σχολείο και στην καθημερινή ζωή.
Οι παρεμβάσεις και οι θεραπείες επικεντρώνονται στην ενίσχυση τόσο της προφορικής όσο και της γραπτής γλώσσας. Μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν εργασία στο λεξιλόγιο, τη γραμματική και την αφήγηση ιστοριών με λογοθεραπευτή, χρήση οπτικών βοηθημάτων και προσαρμογές του προγράμματος σπουδών στο σχολείο, καθώς και ενθάρρυνση της κοινής ανάγνωσης.
Στο σχολείο, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να βοηθήσουν δίνοντας σαφείς και συνοπτικές οδηγίες και φροντίζοντας το παιδί να τις έχει κατανοήσει. Μπορούν επίσης να χρησιμοποιούν διαγράμματα ή εικόνες υποστήριξης και να προσφέρουν επιπλέον χρόνο για εξετάσεις και εργασίες.
Στο σπίτι, οι γονείς μπορούν να διαβάζουν με τα παιδιά τους κάθε μέρα, να τους δίνουν παραδείγματα σωστών προτάσεων (αν πει «νερό εδώ», να το διορθώσουν σε «ναι, το νερό είναι εδώ στο τραπέζι») και να τα ενθαρρύνουν να περιγράφουν την ημέρα τους.
Η διάγνωση της DLD απαιτεί επαγγελματική αξιολόγηση, η οποία συνήθως πραγματοποιείται από λογοθεραπευτές ή γλωσσολόγους. Ωστόσο, οι γονείς και οι δάσκαλοι είναι πάντα οι πρώτοι που υποψιάζονται ότι κάτι δεν πάει καλά. Εάν ένα παιδί δεν προοδεύει στη γλώσσα όπως οι συνομήλικοί του, εάν οι προτάσεις του είναι πολύ σύντομες, εάν αποφεύγει να συμμετέχει σε συζητήσεις ή απογοητεύεται με την ανάγνωση, είναι καλύτερο να ζητήσετε συμβουλή εγκαίρως.