Δύο άτομα ταυτοποιήθηκαν ως οι φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας ενός Τούρκου, στις 5 Νοεμβρίου 2024, στην Κυψέλη, οι οποίοι «στρατολογήθηκαν», έλαβαν εντολή και υποβοηθήθηκαν στην τέλεσή της από έναν ακόμη άνδρα, ο οποίος με τη σειρά του είχε λάβει την εντολή οργάνωσης και εκτέλεσης «συμβολαίου θανάτου, σε βάρος του θύματος.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η εντολή δολοφονίας δόθηκε στο πλαίσιο κοινής δραστηριοποίησης και διαμάχης του θύματος και ενός 50χρονου, που βρίσκεται έγκλειστος του γενικού καταστήματος κράτησης στα Διαβατά, στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών.
Για την υπόθεση κατηγορούνται συνολικά 4 άτομα, ομοεθνείς του θύματος, σε βάρος των οποίων, σχηματίστηκε δικογραφία από την Υποδιεύθυνση Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας, για –κατά περίπτωση- εγκληματική οργάνωση, ανθρωποκτονία με δόλο τετελεσμένη κατά συναυτουργία, ηθική αυτουργία και συνέργεια σε ανθρωποκτονία με δόλο, καθώς και παράβαση της νομοθεσίας για τα όπλα.
Το χρονικό της υπόθεσης
Περίπου στις 20:00 το βράδυ, στις 5 Νοεμβρίου 2024, επί της οδού Λέσβου 3, οι δύο δράστες προσέγγισαν το θύμα τη στιγμή που επιβιβαζόταν σε αυτοκίνητο, και πυροβόλησαν επανειλημμένα εναντίον του. Ακολούθως, διέφυγαν πεζή, κινούμενοι με κατεύθυνση προς την οδό Πατησίων. . Το θύμα διεκομίσθη με σταθμό του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ Ε.Ε.Σ.», όπου διαπιστώθηκε επίσημα ο θάνατός του.
Σύμφωνα με τον Ιατροδικαστή που εξέτασε το πτώμα του Islek, κατά τη νεκροψία – νεκροτομή, διαπιστώθηκε ότι ο θάνατός του επήλθε συνεπεία «κακώσεων θώρακος από βολίδα πυροβόλου όπλου».
Κατά την αυτοψία που διενεργήθηκε στον τόπο του εγκλήματος βρέθηκαν τέσσερις κάλυκες πυροβόλου όπλου με ένδειξη πυθμένα «CBC 9mm LUGER» και στο εσωτερικό του αυτοκινήτου του θύματος, βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, θραύσματα βολίδων πυροβόλου όπλου.
Όπως γνωστοποιήθηκε στην ανωτέρω Υπηρεσία από το Τμήμα Εργαστηρίων Πυροβόλων Όπλων και Ιχνών Εργαλείων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, οι προαναφερόμενοι τέσσερις κάλυκες διαμετρήματος «9mm» έχουν πυροδοτηθεί από το ίδιο πιστόλι, το οποίο ανευρέθη, μεταγενέστερα (περίπου 40 ημέρες μετά τη δολοφονία), εντός σακούλας μαζί με δύο γεμιστήρες και συνολικά 32 φυσίγγια με ένδειξη πυθμένα «CBC 9mm LUGER», επί της οδού Σελεύκειας 5 στην Αθήνα (περιοχή Αγίου Παντελεήμονα).
Στο πλαίσιο αναζήτησης και συλλογής πληροφοριών, αξιολογήθηκε ως βάσιμη, πληροφορία, σύμφωνα με την οποία, οι δράστες της δολοφονίας του Islek είχαν ως ορμητήριο την Ελεγχόμενη Δομή Προσωρινής Φιλοξενίας Αιτούντων Άσυλο (CAMP) Οινοφύτων Βοιωτίας.
Η έρευνα της ανωτέρω Υπηρεσίας εστιάσθηκε στο ανωτέρω camp. Όπως προέκυψε από μαρτυρίες ατόμων, kαθώς και από οπτικό υλικό, οι τρεις εκ των τεσσάρων κατηγορουμένων για τη δολοφονία έφυγαν μέσα από την προσφυγική δομή στα Οινόφυτα, λίγες ώρες πριν το έγκλημα, επιβιβάστηκαν σε τρένο από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Οινόης και κατευθύνθηκαν στον σταθμό Λαρίσης.
Από εκεί μετέβησαν σε καφετέρια στο κέντρο της Αθήνας και σταδιακά προσέγγισαν τον τόπο του εγκλήματος. Λίγα λεπτά πριν την ανθρωποκτονία, οι δύο εξ αυτών κινήθηκαν με διαφορά ελάχιστου χρόνου, προς το ακριβές σημείο της επίθεσης, όπου ήταν σταθμευμένο το όχημα του θύματος, τον περίμεναν να εμφανιστεί και, τη στιγμή που ο Islek και ένα φιλικό του πρόσωπο προσπάθησαν να εισέλθουν στο όχημα, του επιτέθηκαν με πυροβόλο όπλο, τραυματίζοντάς τον σε διάφορα σημεία του σώματος, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του.
Ακριβώς μετά την επίθεση οι δύο δράστες της ενέδρας διέφυγαν τρέχοντας προς την οδό Πατησίων, αλλά δεν κατάφεραν να επιβιβαστούν σε ταξί. Στη συνέχεια, «ξεφορτώθηκαν» τα μπουφάν που φορούσαν την ώρα της δολοφονίας, καθώς και το όπλο του εγκλήματος, το οποίο βρέθηκε αρκετές ημέρες αργότερα.
Στη συνέχεια, κινήθηκαν πεζή σε καφετέρια στο κέντρο της Αθήνας, και προσέγγισαν σταδιακά το σημείο της δολοφονίας. Λίγα λεπτά πριν το άγριο έγκλημα, οι δύο δράστες κινήθηκαν με διαφορά ελάχιστου χρόνου, προς το ακριβές σημείο της επίθεσης, όπου ήταν σταθμευμένο το όχημα του θύματος. Εκεί, τον περίμεναν να εμφανιστεί, και την στιγμή που ο Islek και ένα φιλικό του πρόσωπο προσπάθησαν να εισέλθουν στο όχημα, του επιτέθηκαν με πυροβόλο όπλο, τραυματίζοντάς τον σε διάφορα σημεία του σώματος, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του. Ακριβώς μετά την επίθεση οι δύο δράστες της ενέδρας διέφυγαν τρέχοντας προς την οδό Πατησίων, αλλά δεν κατάφεραν να επιβιβαστούν σε ταξί. Στη συνέχεια, «ξεφορτώθηκαν» τα μπουφάν που φορούσαν την ώρα της δολοφονίας, καθώς και το όπλο του εγκλήματος, το οποίο βρέθηκε αρκετές ημέρες αργότερα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που προέκυψαν από το οπτικό υλικό, σε συνδυασμό με τα προανακριτικά ευρήματα, προέκυψε πως στο έγκλημα, υπήρχε η συνδρομή του τρίτου κατηγορούμενου, που τους είχε «στρατολογήσει» μέσα στη δομή και μαζί είχαν κατευθυνθεί στο κέντρο της Αθήνας.
Κατά πληροφορίες, το συμβόλαιο θανάτου ανήλθε στο ύψος των 250.000 δολαρίων.
Όσον αφορά στο ποινικό παρελθόν των δραστών, όπως γνωστοποιήθηκαν στην ανωτέρω Υπηρεσία από τις Αρχές της Τουρκίας, όλοι οι κατηγορούμενοι αναζητούνται σε εθνικό επίπεδο είτε για κλοπές, ένοπλες ληστείες, αντίσταση κατά των Αρχών, είτε για διακεκριμένες απάτες και απόδραση, είτε για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, παράβαση της νομοθεσίας περί όπλων, διακεκριμένες κλοπές, είτε για εγκληματική οργάνωση και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών.
Όσον αφορά την χώρα μας, οι τρεις εκ των κατηγορουμένων Τούρκων έχουν κατηγορηθεί στο παρελθόν για παράβαση του άρθρου 83 παρ. 1 του Ν. 3386/05 «Παράνομη είσοδος και έξοδος από τη Χώρα», ενώ ο τέταρτος για παράβαση του Ν. 2168/93 «Περί όπλων». Ο τελευταίος την 12-12-2024 συνελήφθη, μετά από ταύτιση των αποτυπωμάτων του, καθώς εκκρεμούσε σε βάρος του η υπ’ αριθ. Α-14465/12-2024 από 11-12-2024 Ερυθρά Αγγελία Διεθνών Αναζητήσεων της INTERPOL Τουρκίας.
Καθώς εκκρεμούσε η αναγνώρισή του ως πρόσφυγα, αρχικά του επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος εμφάνισης στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου κατοικίας του, καθώς και η απαγόρευση εξόδου από τη Χώρα. Ακολούθως, με την υπ’ αριθ. 105/14-2-2025 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, άρθηκαν οι περιοριστικοί όροι και φυλακίστηκε στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης.
Οι άλλοι τρεις κατηγορούμενοι, παρά τις αναζητήσεις των αστυνομικών αρχών, δεν εντοπίσθηκαν, καθώς μετά τη δολοφονία διέφυγαν από τη δομή των Οινοφύτων και δεν έχουν επιστρέψει, αλλά και κατόπιν αξιολόγησης πληροφορίων πιθανολογείται ότι έχουν διαφύγει σε χώρες του εξωτερικού.