Η εγκληματολογική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας είναι γεμάτη υποθέσεις που ξεπέρασαν τα στενά όρια του ποινικού δελτίου και μετατράπηκαν σε κοινωνικά τραύματα. Υποθέσεις που δεν αφορούσαν μόνο έναν δράστη και τα θύματά του, αλλά ολόκληρη την κοινωνία, τις φοβίες της, τις ενοχές της και τα όρια της αντοχής της. Μία από αυτές είναι, χωρίς αμφιβολία, η υπόθεση του «Δράκου της Βουλιαγμένης», που το καλοκαίρι του 1953 μετέτρεψε τις παραλίες του Καβουριού από τόπους έρωτα και απόδρασης σε σκηνικό τρόμου.
Η δολοφονία του Θεόδωρου Δέγλερη και ο σοβαρός τραυματισμός της Σοφίας Μαναβάκη δεν αποτέλεσαν απλώς ένα στυγερό έγκλημα. Λειτούργησαν ως καθρέφτης μιας κοινωνίας βαθιά τραυματισμένης από τον Εμφύλιο, εγκλωβισμένης σε έναν ασφυκτικό συντηρητισμό και ανίκανης –ή απρόθυμης– να διαχειριστεί τις σκοτεινές όψεις της ανθρώπινης ψυχοπαθολογίας.
Το 1953 η Ελλάδα προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει τις πληγές του Εμφυλίου Πολέμου. Η πολιτική ζωή βρισκόταν σε διαρκή ένταση, με την κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου να επιχειρεί να επιβάλει σταθερότητα μέσα από έναν αυστηρό αντικομμουνισμό και μια συντηρητική ηθική. Η κοινωνία λειτουργούσε με άγραφους κανόνες: τι επιτρέπεται, τι κρύβεται, τι δεν λέγεται ποτέ φωναχτά.
Η ερωτική ζωή, ειδικά για τις νέες γυναίκες, παρέμενε ένα θέμα σχεδόν απαγορευμένο. Οι σχέσεις έπρεπε να κινούνται εντός πλαισίων, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της οικογένειας και της κοινωνίας. Οι παραλίες της Αττικής, και ειδικά το Καβούρι και η Βουλιαγμένη, είχαν μετατραπεί σε άτυπα καταφύγια για ζευγάρια που αναζητούσαν λίγη ιδιωτικότητα, μακριά από τα βλέμματα.
Η ερωτική ζωή, ειδικά για τις νέες γυναίκες, παρέμενε ένα θέμα σχεδόν απαγορευμένο. Οι σχέσεις έπρεπε να κινούνται εντός πλαισίων, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της οικογένειας και της κοινωνίας. Οι παραλίες της Αττικής, και ειδικά το Καβούρι και η Βουλιαγμένη, είχαν μετατραπεί σε άτυπα καταφύγια για ζευγάρια που αναζητούσαν λίγη ιδιωτικότητα, μακριά από τα βλέμματα.


