Ο Γιώργος Βότσης, ο διακεκριμένος δημοσιογράφος της «Ελευθεροτυπίας», πέθανε σε ηλικία 88 ετών αφήνοντας πίσω του ένα στίγμα ανεξάρτητης δημοσιογραφίας και ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η ζωή του ήταν γεμάτη αντιθέσεις. Η προσφυγική εμπειρία της παιδικής ηλικίας, η προσωπική απώλεια, αλλά και η αδιάκοπη προσπάθεια να υπηρετήσει την αλήθεια και τον δημοσιογραφικό λόγο.
Γεννημένος το 1938 στη Λάβδανη Ιωαννίνων, στο Πωγώνι δίπλα στα ελληνοαλβανικά σύνορα, ο Βότσης έζησε τις πρώτες του εμπειρίες μέσα στον πόλεμο. «Μετά από δύο χρόνια, επειδή κηρύχθηκε ο πόλεμος, έπρεπε να φύγουμε από το χωριό με προορισμό τη μεγαλούπολη», θυμάται. Παρά το γεγονός ότι μεγάλωσε στον Πειραιά, η Ηπειρώτικη καταγωγή του ήταν πάντα ζωντανή μέσα του. «Ακούω κλαρίνο και γεμίζει η ψυχή μου, αλλά πονάει και η καρδιά μου», λέει.
Η παιδική του ηλικία σημαδεύτηκε από δραματικές στιγμές. Σε ηλικία πέντε ετών, οι αρχές πήραν τον πατέρα του μέσα από το σπίτι, και στα δέκα τον είδε να καταδικάζεται σε θάνατο. Η μητέρα του, Άννα, τον προστάτευσε με αξιοπρέπεια και τρυφερότητα, προσπαθώντας να του δώσει κανονικότητα μέσα στην τραγωδία: «Εγώ πάντα θα σε έχω καθαρό και σιδερωμένο», του έλεγε.
Η αγάπη του για τη γνώση και τη δημοσιογραφία φάνηκε νωρίς. Από τα σχολικά του χρόνια ξεχώριζε για τις εκθέσεις του και την ικανότητά του να γράφει. Στο γυμνάσιο εξέδωσε μάλιστα την πρώτη του εφημερίδα. Σε ηλικία 19 ετών, ξεκίνησε τη δημοσιογραφική του πορεία, ακολουθώντας μια ανεξάρτητη γραμμή: «Δεν λογοκρίθηκα ποτέ. Ήμουν sui generis δημοσιογράφος».
Η αγάπη του για τη γνώση και τη δημοσιογραφία φάνηκε νωρίς. Από τα σχολικά του χρόνια ξεχώριζε για τις εκθέσεις του και την ικανότητά του να γράφει. Στο γυμνάσιο εξέδωσε μάλιστα την πρώτη του εφημερίδα. Σε ηλικία 19 ετών, ξεκίνησε τη δημοσιογραφική του πορεία, ακολουθώντας μια ανεξάρτητη γραμμή: «Δεν λογοκρίθηκα ποτέ. Ήμουν sui generis δημοσιογράφος».


