Το 1979, ο Διονύσης Σαββόπουλος, στο οριακό άλμπουμ «Ρεζέρβα», αποφασίζει να κινηθεί εκτός κάθε κανόνα. Κερνά μάθημα τόλμης και ιστοριογραφίας. Τάκλιν στην καρωτίδα του καθώς πρέπει ελληνικού τραγουδιού και γράφει ωσάν νέος Όμηρος ένα άσμα 14 λεπτών και 7.000 στροφών. Γράφει το άσμα των ασμάτων, υπό μία συγκεκριμένη οπτική γωνία: το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο για τον Νίκο».
Το τραγούδι-ποταμός πραγματεύεται το περιβόητο φονικό του Νίκου Κοεμτζή στη «Νεράιδα», με την εξίσου περιβόητη παραγγελιά του αδερφού του, Δημοσθένη, που κατέληξε σε μακελειό. Ζητά τις «Βεργούλες», η ορχήστρα φωνάζει, ως όφειλε, πως είναι παραγγελιά, μα δύο άνδρες σηκώθηκαν να χορέψουν, κοιτώντας απαξιωτικά τον Κοεμτζή. Η ιστορία συνιστά από μόνη της πρώτη ύλη για ένα λαϊκό χρονικό.
Όμως, ο Σαββόπουλος δεν κάνει το προφανές. Εδώ βρίσκεται το κατόρθωμά του: κατόρθωσε να παρουσιάσει την ιστορία, όχι από την απαθή οπτική γωνία του θεατή ή του ηθικολόγου, αλλά υπό την οπτική γωνία του εγκληματία/δολοφόνου. Μπαίνει στο μυαλό του, βλέπει τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια, νιώθει την προσβολή της τιμής και την έκρηξη του σουγιά. Δεν τον κρίνει, τον κάνει τραγικό πρόσωπο. Αυτό το γεγονός, από μόνο του, συνιστά έπος.


